Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

SciFi Story

So there was a period of about 7-8 years that every Wednesday the newspaper my parents would buy, "Eleftherotypia" would have a comic book accompanying it, named "9". It had some standard stories and comics, but it also had 1 or 2 SciFi stories. I never really read or enjoyed most of them, but a few caught my eye, and as the impressionable teen I was around 2005 or 2006 I took to writing my own. At the time I dabbled a bit with trying to read and understand George Orwell's 1984. Other than the plain meaning of it, that our governments are turning into the omnipresent, all-seeing organisations and all freedom is lost I failed to grasp the more subtle and underlying messages of the book. In my later formed opinion Huxley described a society much closer to today's reality. So this post is here to "publish" a story I wrote around 2005. I recently read it again, and it gave me an insight into who I was back then, what troubled me and a tiny glimpse of why I am who I am today. The writing is crude, the style probably ripped off from the latest story I'd read back then and ultimately the story is more of a depiction of my then perception of myself in the world rather than a story, but I suppose that's what most stories are. I know I promised I'd write in English but I will post the original document in Greek for originality's sake and a translation will follow.

Διήγημα Επιστιμονικής Φαντασίας


Πέρασε την κάρτα αναγνώρισης για δεύτερη φορά από το ειδικό μηχανημα χωρίς αποτέλεσμα. Την τρίτη φορά η πόρτα άνοιξε. "Καταραμένα μηχανάκια" σκεφτηκε, καθώς η γυναικεία φωνή έλεγε "Καλωσήρθατε στο κέντρο αναψυχής ΤΥΟ431ΧΩ". Κάθε είδους μπαρ, σινεμά, κλαμπ, καφέ είχε μετατραπεί σε κέντρο αναψυχής με κωδικές ονομασίες σε μία προσπάθεια της τεχνοκυβέρνησης να εξαλείψει κάθε τι που αφορούσε την παλαιά ανθρώπινη φύση του κόσμου, Τα πάντα είχαν μετατραπεί σε μηχανές σύμφωνα με το νομοσχέδιο 321- σαραντακάτι που αποσκοπούσε στην απόλυτη ασφάλεια και την εξαφάνιση κάθε είδους απάτης, οικονομικής, ασφαλιστικών εταιριών, κτλ. 

Έτσι όμως το 92% του πλυθησμού της Γης κατέληξε άνεργο αφού κάθε μεγάλη επιχείρηση έσπευσε να αγοράσει τις αλάθητες μηχανές της τεχνοκυβέρνησης. Ακόμα και τα λειτουργήματα της κοινωνίας αντικαταστάθηκαν από μηχανές. Παππάδες κυκλοφορούσαν χωρίς να έχουν κάπου να κυρήξουν το λόγο του Θεού αφού κι αυτός είχε αντικατασταθεί από μια CPU (Central Processing Unit) που εκτελούσε τα καθήκοντα της. Έτσι οι παππάδες αντικαταστάθηκαν από ολογράμματα τα οποία είχαν χαμηλό κόστος ενέργειας. Πάραυτα ο κατακλυσμός της κοινωνίας από τις μηχανές οδήγησε σε έλλειψη ενέργειας. Για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου αυτό ωφέλησε αφού τα δυο πρώτα χρόνια άνοιξαν εκατομμύρια θεάσεις εργασίας ώστε να παραχθεί ξανθά μεγάλο ποσό ενεργείας. Στο τέλος του δεύτερου χρόνου κάποιος Γερμανός εφευρέτης βρήκε ένα διαφορετικό τρόπο επεξεργασίας της βιομάζας ο οποίος απέδιδε το 70% της πυρηνικής ενέργειας και ήταν πιο ασφαλής και από τον ηλεκτρισμό. Άμεσα, έκλεισαν οι θέσεις εργασίας και η ανεργία έφτασε το 95% του πληθυσμού της Γης. Η εικόνα που είχε όλος ο κόσμος ήταν αυτή του Παρισιού του 2005 Αντί για μπάτσους όμως η κυβέρνηση είχε επιστρατεύσει μια καινούργια εφεύρεση. Τα energy walls τα οποία απλά μπλοκάραν κάθε είδος βιολογικού όντος από το να τα διασχίσει. Το μεγαλύτερο μέρος των πόλεων ήταν γκέτο με ανέργους. Τα υπόλοιπα απλά δεν είχαν καλυφθεί με energy walls λόγω της χαμηλής ροής παραγωγής αυτών. Ο κόσμος και κάθε είδους κοινωνικό σύνολο γνώριζε πως ζούσαν οι τρίτες χώρες πολύ καιρό πριν μόνο που η τεχνολογική πρόοδος και κυρίως η τεχνοκυβέρνηση δεν αφήναν περιθώρια ελπίδας για βελτίωση.

Μπήκε στο ΤΥΟ431ΧΩ και παρήγγειλε μια σόδα στο μηχάνημα φωνητικής παραγγελίας. Αναγκάστηκε να το επαναλάβει δεύτερη φορέα για την πρώτη τον έπιασε σπασμωδικός βήχας την ώρα που μίλαγε με αποτέλεσμα η χαλασμένη τεχνητή φωνή να απαντήσει «Το κατάστημα μας δεν διαθέτει σόναρ κύριε…λυπάμαι αλλά η εξυπηρέτηση σας καθίσταται αδύνατη». Τσαντισμένος πέρασε την πιστωτική κάρτα –που πλέον χρησιμοποιούταν παντού- από το πεδίο ανίχνευσης και παρήγγειλε τη σόδα του… «Το υπόλοιπο του λογαριασμού σας δεν σας επιτρέπει την αγορά του προϊόντος μας»
-«Γαμώ το…ούτε για σόδα ρε γαμώτο. Άντε στο διάολο κωλομηχανάκι».
«Δεν είναι κατάσταση αυτή», σκέφτηκε. «Παρακαλούμε αν δεν παραγγείλετε κάτι να εξέλθετε του κέντρου αναψυχής ΤΥΟ431ΧΩ», ακούστηκε πίσω του η φωνή της μηχανής. Με αργά βήματα βγήκε στο δρόμο. Αναρωτήθηκε που να πάει…Στον αδερφό του; Χα, αυτός είναι πλέον στην υψηλή κοινωνία. Πριν από χρόνια ήταν στο υπουργικό συμβούλιο της χώρας και τώρα πήγε ακόμα πιο ψηλά. 

Ξεκίνησε να περιφέρεται χωρίς νόημα, χωρίς λόγο. Τα βήματά του τον έφεραν μπροστά στο παλιό του σπίτι, εκεί που ζούσαν όλοι μαζί κάποτε. Σαν οικογένεια. Κοίταξε ψηλά στο παράθυρο του 4ου. Ακόμα σπασμένο. Είχε σπάσει πάνω σε ένα καβγά, των γωνιών του όταν ο πατέρας του έσπρωξε τη μάνα του και εκείνη έπεσε απ’ έξω και σκοτώθηκε. Παρόλες τις καταγγελίες οι αρχές αγνόησαν το περιστατικό και λίγους μήνες αργότερα ο πατέρας του αυτοκτόνησε πηδώντας από το ίδιο παράθυρο. Αποφάσισε να ανέβει πάνω μήπως και βρει κανα ρούχο ξεχασμένο μετά την έξωση που τους έκανε ο ιδιοκτήτης. Η εξώπορτα της πολυκατοικίας ήταν ορθάνοιχτη παρόλους τους μηχανισμούς ασφαλείας που έκλειναν την πόρτα αυτόματα. Μάλλον είχαν διακοπή ρεύματος εδώ και χρόνια. Ανέβηκε τις σκάλες ως τον 4ο και θυμήθηκε που όταν ήταν παιδί ανέβαινε με τις σκάλες για να μαντέψει τι μαγειρεύανε οι γείτονες. Το μόνο που μύριζε τώρα ήταν σαπίλα και μυρωδιά από πολυκαιρισμένα πτώματα. Έφτασε στο διαμέρισμα του και είδε την πόρτα σπασμένη και τα πάντα βαμμένα με σπρέι και αναρχικά συνθήματα. Έψαξε όλο το σπίτι και βρήκε μόνο κάτι παλιές κάλτσες και χρησιμοποιημένα προφυλακτικά. Στο ντουλάπι του νεροχύτη στην κουζίνα βρήκε ψόφια ποντίκια και ληγμένες κονσέρβες. Πήγε στο δωμάτιο των γωνιών του…είδε το σπασμένο παράθυρο. Ήταν μεγάλο. Σχεδόν μπαλκονόπορτα. Τα κάγκελα είχαν σαπίσει. Τώρα που κοίταζε απ’ έξω συνειδητοποίησε πως το παλιό του σπίτι ήταν στα σύνορα με την τεχνοσυνοικία των πλουσίων. Ίσως με ένα καλό άλμα. Είχε γερά πόδια και ελαφρύ σώμα…Ήταν εφικτό αν πατούσε στα κάγκελα και πηδούσε με όλη του τη φόρα θα τα κατάφερνε. Το ενεργειακό τείχος ήταν μέχρι τον 3ο όροφο. Μπορούσε να το κάνει. Κόλλησε την πλάτη του στον τοίχο απέναντι από το παράθυρο και ετοιμάστηκε. Ξεκίνησε γρήγορα και δυνατά, σήκωσε το πόδι του και πάτησε στα κάγκελα, έβαλε όλη του τη δύναμη στα πόδια του, αλλά ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν απογειωθεί τα σαθρά κάγκελα έσπασαν και άρχισε να πέφτει. Ακριβώς εκείνη την ελάχιστη στιγμή κατάλαβε γιατί ποτέ δεν πέρασε στη άλλη πλευρά… Σαθρές βάσεις…ΜΠΑΜ…Έπεσε νεκρός στη μέση του δρόμου…Αχ, αυτό το παράθυρο πατέρα….

And the translation, with a small disclaimer; The story was translated approximately 9 years later than the original, so even though I tried to be as loyal to the original, subtle unnoticeable -from me at least- changes will be there. I suppose every translation has the input of the translator, and even though the author and the translator are in essence the same person, I am much different than I was back then. In any way, the essence of the story is still there and intact.

Science Fiction Story

He scanned the Identification card for a second time from the appointed machine without results. The third time the door opened “Goddamn machines” he thought to himself, as the woman’s voice was saying “Welcome to the entertainment centre TYO431XW”. Every type of bar, cinema, club, café had been turned into an entertainment centre with code names in an attempt of the techno-government to destroy everything that had to do with the old, human nature of the world. Everything had been turned into machines according to the 321 fourty-something bill that aimed towards absolute security and elimination of every kind of fraud, be it financial, insurance company frauds, etc.

Due to that change, 92% of the population of the Earth had been rendered jobless, since every big corporation rushed to buy the flawless machines of the techno-government. Even the jobs that were more of social services had been replaced by machines. Priests roamed without anywhere to preach the word of God since He as well had been replaced by a CPU (Central Processing Unit) that performed its duty. Due to the flooding of machines an energy deficiency appeared and for the first time in global history that was a good thing, since the first two years millions of job placements opened up for the production of vast amounts of energy. Near the end of the second year a German scientist discovered a different way to process biomass that produced 70% of nuclear energy and was even safer than electricity. Immediately the people were fired and unemployment reached 95% of the world’s population. There were no good or bad neighbourhoods. The world looked like Paris did in November of 2005. Instead of cops the techno-government had commissioned a new device. Energy walls. They simply blocked every living thing from crossing them. The largest part of cities was ghettos with unemployed people. The rest of the cities were simply not yet covered with energy walls due to their slow production process. The people and every social group was getting to know how third world countries were living long time, only this time the technological advancements and the techno-government didn’t allow misconceptions about betterment.

He entered the TYO431XW and he ordered a soda into the automated ordering machine. He had to repeat his order because the first time around he coughed while he was speaking resulting to the machine’s broken reply “Our entertainment centre does not have sonars sir… I am sorry but your servicing is impossible.” Pissed off he scanned his credit card –that was being used everywhere nowadays- from the slot and he ordered his soda… “The remaining of your account does not allow you the purchase of the particular product”
-“Damn it! Can’t even get a soda. Go to hell you piece of shit for a machine”
“This is no life”, he thought. “If you do not purchase anything you are requested to exit the entertainment centre TYO431XW” said the voice behind him. Dragging his steps he went out on the street. He wondered where he could go. At his brother’s? Nah, he was in high society now. Years ago he was in the country’s ministerial council and now he had climbed even higher. He started roaming without purpose or destination. His steps led him in front of his old house. Where they all lived once. As a family. He looked up on the 4th floor window. Still broken. It had been shattered during a fight between his parents, when his father shoved his mother and she fell to her death breaking the window. Despite the reports, the authorities ignored the happening and a few months later his father committed suicide jumping out of the same window. He decided to go upstairs to look for any misplaced clothing left behind after the owner evicted them. The front door of the complex was wide open even though there were mechanisms in place to automatically seal the door shut. They probably had a power outage for years now. He climbed the stairwell and he remembered that when he was a kid he’d take the stairs to try and guess what the neighbours were cooking. The only thing he could smell now was rot and the smell of decaying corpses. H reached their apartment and saw the door broken down and everything sprayed on with anarchist slogans. He searched the whole house. The only thing he found was some old socks and used condoms. Under the sink in the kitchen he found dead rats and outdated cans. He went in his parents’ room…looked out of the shattered window. It was big, almost a balcony door. The railings were rotten. Now that he was looking outside he realised that their old house was bordering with the techno-community of the rich people. Maybe with a good jump. He had strong legs and a light torso…It was plausible if he stepped on the railings and jumped far he could make it. The energy wall was up to the 3d floor. He could do it. He put his back on the wall across from the window and prepared himself. He started fast and strong, lifted his leg and put it on the railings, pushed as hard as he could, bit a fraction of a second before he lifted off, the rotten railings gave way and he started falling. At that exact moment he realised why he never crossed to the other side…Rotten base…BANG…He laid dead in the middle of the street…Ah, that window father…. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου